Δημοψηφίσματα
Κωνσταντίνος ΜιχαηλίδηςΤο Σύνταγμα της Ελλάδας στη δεύτερη παράγραφο του Άρθρου 44 λέει τα εξής:
O Πρόεδρος της Δημοκρατίας προκηρύσσει με διάταγμα δημοψήφισμα για κρίσιμα εθνικά θέματα, ύστερα από απόφαση της απόλυτης πλειοψηφίας του όλου αριθμού των βουλευτών, που λαμβάνεται με πρόταση του Yπουργικού Συμβουλίου.
Δημοψήφισμα προκηρύσσεται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας με διάταγμα και για ψηφισμένα νομοσχέδια που ρυθμίζουν σοβαρό κοινωνικό ζήτημα, εκτός από τα δημοσιονομικά, εφόσον αυτό αποφασιστεί από τα τρία πέμπτα του συνόλου των βουλευτών, ύστερα από πρόταση των δύο πέμπτων του συνόλου και όπως ορίζουν ο Kανονισμός της Bουλής και νόμος για την εφαρμογή της παραγράφου αυτής. Δεν εισάγονται κατά την ίδια περίοδο της Bουλής περισσότερες από δύο προτάσεις δημοψηφίσματος για νομοσχέδιο.
Aν νομοσχέδιο υπερψηφιστεί, η προθεσμία του άρθρου 42 παράγραφος 1 αρχίζει από τη διεξαγωγή του δημοψηφίσματος.
Όμως απ’τη μεταπολίτευση έως και σήμερα δεν έχει γίνει ποτέ χρήση του θεσμού. Υπάρχει κάποιος πολιτικός λόγος ή συγκεκριμένο νομικό κώλυμα για το παραπάνω;
Σκεφτόμουν πως δυνητικά υπάρχουν αρκετά κοινωνικά ζητήματα (ορισμένα φορτισμένα και με ηθικές προεκτάσεις!) που θα μπορούσαν να λυθούν με την άμεση λαϊκή βούληση.
Ορισμένες «καυτές πατάτες» για την εκάστοτε κυβέρνηση θα ήταν θέματα όπως:
• Διαχωρισμός κράτους-εκκλησίας
• Γάμοι-Υιοθεσίες ομοφύλων
• Αποποινικοποίηση ελαφρών ναρκωτικών
• Στρατιωτική θητεία θηλέων
Ποιά είναι η γνώμη σας και ποιά άλλα θέματα θα μπορούσαν ν’αντιμετωπιστούν με δημοψηφίσματα; Μπορούν τα δημοψηφίσματα να εκσυγχρονίσουν ορισμένες πτυχές της Ελλάδας;
13 σχόλια στο “Δημοψηφίσματα”
Νομίζω ότι τα θέματα που θίγετε είναι απρόσφορα για να αποτελέσουν αντικείμενο δημοψηφίσματος, πλην ίσως της αποποινικοποίησης των ελαφρών ναρκωτικών.
Τα δημοψηφίσματα είναι κατάλληλος τρόπος για να προσανατολιστεί η νομοθετική παραγωγή, σε θέματα στα οποία δύο ή περισσότερες εκδοχές είναι κατ’ αρχήν παραδεκτές και καταβάλλεται προσπάθεια να προσδιοριστεί η πλέον αποδεκτή κοινωνικά. Σε θέματα ατομικών δικαιωμάτων, όμως – των οποίων η διασφάλιση είναι μονόδρομος για ένα σύγχρονο κράτος δικαίου – δεν νοείται πεδίο διερεύνησης της βούλησης της πλειοψηφίας. Η στάση της τελευταίας είναι μάλλον αδιάφορη, ακριβώς επειδή τα δικαιώματα της μειοψηφίας είναι που τίθενται σε διακινδύνευση και χρήζουν προστασίας. Για παράδειγμα η θρησκευτική ελευθερία και ο χωρισμός Κράτους και Εκκλησίας δεν αφορούν στην ορθόδοξη πλειοψηφία. Αφορούν κυρίως στη μειοψηφία των ετερόδοξων ή των άθρησκων, που βλέπουν να παρεισφρύει στις σχέσεις τους με την Πολιτεία ένας παράγοντας άσχετος με τη δημοσίου δικαίου σχέση πολίτη-κράτους (οι θρησκευτικές τους πεποιθήσεις). Ή η αναγνώριση νομικών δικαιωμάτων στους ομοφυλόφιλους δεν αφορά ευθέως στην ετεροφυλόφιλη πλειοψηφία (παρά μόνο στο βαθμό που αγγίζει τις δημοκρατικές και φιλελεύθερες ευαισθησίες τους) αλλά στην κοινωνική/νομική μειονότητα των ομοφυλόφιλων. Γενικώς, μια Πολιτεία κρίνεται από το πώς χειρίζεται τις μειοψηφίες της, κόντρα σε πλειοψηφικές λογικές. Συνεπώς, σε τέτοια πεδία δεν έχει νόημα να διερευνηθεί η στάση της κοινής γνώμης (παρά μόνο ως δείκτης των “έσχατων ορίων αντοχής” της σε ένα θέμα – τα οποία, όμως, εύγλωττα απεικονίζονται στις δημοσκοπήσεις, χωρίς την ανάγκη θεσμικών διαδικασιών). Ακόμα και κόντρα στη πλειοψηφική θέση, τα ατομικά δικαιώματα πρέπει να διασφαλίζονται (στην έκταση, φυσικά, που αυτό δεν θα θίγει τα ατομικά δικαιώματα των άλλων).
Όσον αφορά στα εθνικά θέματα, η διπλωματία είναι κρατική δραστηριότητα που απαιτεί βαθιά γνώση των δεδομένων, ικανότητα ψυχρής (και όχι συναισθηματικής) αποτίμησής τους και διορατικότητα. Θα ήταν άκρως επικινδυνο να επαφεθεί σε μια εύκολα χειραγωγούμενη κοινή γνώμη, που σκέφτεται υπό το βάρος ενός καλλιεργημένου “πατριωτικού θυμικού” και έχοντας επιδερμική γνώση των πραγμάτων.
Εκεί που τα δημοψηφίσματα θα έπαιζαν πιο άνετα το ρόλο τους θα ήταν σε επίπεδο τοπικής πολιτικής.
Κύριε Σαρρή,
με βρίσκετε σύμφωνο στην ανάλυση της χρησιμότητας των δημοψηφισμάτων, αλλά οι δικιές μου προτάσεις-παραδείγματα έγιναν με γνώμονα την ανάγκη για πραγματισμό στη νομοθετική διαδικασία.
Όπως λέτε κι εσείς, δε νοείται σε σύγχρονο κράτους δικαίου να μην διασφαλίζονται τα ατομικά δικαιώματα κυρίως των μειονοτήτων, είτε αυτά είναι θρησκευτικού είτε κοινωνικοηθικού χαρακτήρα. Μήπως όμως είναι ακριβώς αυτές οι κατηγορίες προβληματισμών που το ελληνικό κράτος σήμερα αδυνατεί να δώσει απαντήσεις;
Το Σύνταγμά μας προβλέπει δύο ειδών δημοψηφίσματα: τα προτασιακά και τα επαληθευτικά.
(διορθώστε με αν δεν καλούνται έτσι με νομικούς όρους αλλά εννοώ τα δημοψηφίσματα για προτάσεις νόμων, αποφάσεων, κλπ και τα δημοψηφίσματα για την ακύρωση ή αποδοχή ήδη ψηφισμένων νόμων, αντίστοιχα)
Περιέργως για τη δεύτερη κατηγορία ο συντακτικός νομοθέτης προϊδεάζει την πιθανή τους χρήση για «σοβαρά κοινωνικά ζητήματα» άσχετο αν δε μπορούμε να διευκρινήσουμε τι ακριβώς μπορεί να εννοεί με αυτή τη ρήση. Το θέμα είναι: γιατί εδώ και 31 χρόνια που έχουμε αυτόν τον Καταστατικό Χάρτη δεν έχει γίνει ούτε μια φορά σοβαρή πρόταση για ζήτημα προς άμεση λαϊκή κρίση;
Τα παραδείγματα που έδωσα ως δυνητικά θέματα για δημοψηφίσματα είναι θέματα που δεν έχουν άμεση λύση, είτε για λόγους πολιτικού κόστους από τις κυβερνήσεις είτε γιατί οι απόψεις διίστανται καθότι αγγίζουν σημαντικά κοινωνικά-ηθικά ζητήματα.
Σύμφωνα με τους υποστηρικτές της Ορθοδοξίας, ο διαχωρισμός του κράτους-εκκλησίας δεν θα ωφελήσει τις θρησκευτικές μειονότητες της χώρας μας διότι για την ώρα απλά προσφέρει ΕΞΤΡΑ στην πλειονότητα του ελληνικού λαού (που στατιστικά ακολουθεί το ορθόδοξο δόγμα), αλλά ΔΕΝ αφαιρεί ΟΥΤΕ απαγορεύει κάτι απ’τις μειονότητες. Σ’αυτό βασίζονται οι πολιτικοί και δεν κάνουν καμία κίνηση για τον περαιτέρω διαχωρισμό.
Το θέμα των γάμων-υιοθεσιών από ομόφυλους είναι ένα θέμα που ξεφεύγει απ’τα όρια των ατομικών δικαιωμάτων διότι επηρεάζει και τρίτους (τα υιοθετημένα). Άλλο ένα θέμα που πολλοί πολιτικοί δεν θέλουν να αντιμετωπίσουν. Και δεν το βρίσκω έλλειψη δημοκρατικότητας και σύγχρονου τρόπου σκέψης που ένα αξιοπρεπέστατο κράτος όπως η Ελβετία έβαλε το παραπάνω ζήτημα προς δημοψήφισμα.
Η αποποινικοποίηση των ελαφρών ναρκωτικών νομίζω είναι ένα ζήτημα που- όπως λέτε κι εσείς- θα μπορούσε να μπει άμεσα για λαϊκή κρίση, καθότι οι απόψεις πραγματικά διίστανται, ακόμα κι απ’τους ίδιους τους επιστήμονες.
Όσο για τη στρατιωτική θητεία θηλέων, αυτό παραδέχομαι πως το έβγαλα απ’το μυαλό μου- δεν ξέρω αν καν συζητιέται απ’το ΓΕΕΘΑ- αλλά θα μπορούσε να σήμαινε επιτέλους και μια κίνηση του κράτους όχι μονάχα προς την ισότητα των δικαιωμάτων των δύο φύλων, αλλά και των υποχρεώσεών τους.
Φυσικά υπάρχει μια σωρεία άλλων θεμάτων που θα μπορούσαν να διευθετηθούν με δημοψηφίσματα, λόγου χάρη: τα ζητήματα ευθανασίας, οι εφαρμογές θεραπευτικής κλωνοποίησης, το πανεπιστημιακό άσυλο, κλπ.
Θέματα που αγγίζουν ευαισθητες «ηθικές» χορδές πέρα από ψυχρά επιστημονικά-δημοσιονομικά αντικείμενα…
Κύριε Μιχαηλίδη,
Θα ήθελα , συμφωνώντας με το άρθρο σας σε γενικές γραμμές και φρονώντας ότι η διενέργεια δημοψηφισμάτων θα εκσυγχρόνιζε την κοινωνία μας , θέτοντας όλους τους συμπολίτες μας προ των ευθυνών τους για τη βελτίωση της ποιότητας του πολιτεύματος μας, να σταθώ πιο συγκεκριμένα σε ένα ζήτημα που κατά τη γνώμη μου δε χρήζει συνταγματικής κατοχύρωσης και ως τέτοιο τέτοιο πρέπει να απαλειφθεί.
Θα ήθελα να σταθώ στο πολυκαιρισμένο και πολυσυζητημένο ζήτημα χωρισμού εκκλησίας – κράτους. Είναι σαφές ότι στην Ελλάδα το υπάρχον συνταγματικό πλαίσιο ‘επιβραβεύει’ τρόπον τινά τους χριστιανούς ορθόδοξους συμπολίτες μας περιθωριοποιώντας τους αλλόθρησκους ή τους άθεους. Αυτό προκύπτει όχι μόνο από το περιβόητο ”καπέλο” του Συντάγματος (εις το όνομα της αγίας και ομοουσίου και αδιαιρέτου τριάδος) αλλά και από μια πλειάδα άλλων διατάξεων με κορυφαίο δείγμα “άνισης” μεταχείρισης το άρθρο 3 του συνταγματικού μας χάρτη.Το άρθρο αυτό ανάγει σε συνταγματικό βάθρο μια διαπιστωτικού χαρακτήρα διάταξη ( παρ.1 – επικρατούσα θρησκεία είναι η ανατολική ορθόδοξη του Χριστού Εκκλησία).Και ερωτώ : τι θέση μπορεί να έχει στο σύνταγμα μιας σύγχρονής πολιτείας η θρησκευτική πίστη των πολιτών της – πόσο μάλλον με τον επιβλητικού χαρακτήρα προσδιορισμό ”επικρατούσα”; Εκτός αυτών υπάρχει και το άρθρο 14 βάσει του οποίου απαγορεύεται ο προσηλυτισμός με πρόδηλο αναχρονισμό , ενώ ο ισχύων νόμος για τον προσηλυτισμό επιβιώνει από τη μεταξική δικτατορία(1938)..
Καταλήγοντας θα ήθελα να πω ότι δεν είναι απαραίτητη η αλλαγή πλήθους συνταγματικών διατάξεων για να εκσυγχρονιστεί το Σύνταγμα και συνεπώς η χώρα.
Λίγο περισσότερη τόλμη από πλευράς πολιτικών παρατάξεων θα ήταν απαραίτητη για τον πραγματικό εκσυγχρονισμό της κοινωνίας μας και την κατοχύρωση της θρησκευτικής ισότητας για όλους τους συμπολίτες μας. Με αυτήν την έννοια πιστεύω ότι το υπό κρίση ζήτημα δεν χρειάζεται δημοψήφισμα αλλά πολιτική βούληση για απάλειψη των συγκεκριμένων άρθρων του Συντάγματος και μεταβολή του νομοθετικού πλαισίου όπου αυτό κριθεί αναγκαίο και σκόπιμο.
Χμ, πολλά θέματα!
Κατ’ εμέ είναι αστείο να λέμε ότι ένα θρησκευτικά χρωματισμένο κράτος δεν θίγει τους πιστούς άλλων από την κρατούσα θρησκειών ή τους άθεους/άθρησκους. Σε μια κοινωνία που έχει συνηθίσει την “κατασκευασμένη ομοιομορφία” είναι απαράδεκτο να οδηγούνται πολίτες με διαφορετικές πεποιθήσεις στον στιγματισμό και – ενδεχομένως – σε διακριτική σε βάρος τους μεταχείριση (υπάρχουν άφθονα παραδείγματα). Επίσης, είναι απαράδεκτο να δικάζεται ένας μουσουλμάνος από εναν δικαστή με φαρδιά πλατιά την εικόνα του Χριστού πάνω από το κεφάλι του (και για ποιόν λόγο;) ή να αναγκάζεται ένα παιδί στο σχολείο να ακούει χριστιανικές προσευχές ή να παρακολουθεί θρησκευτικές ορθόδοξες τελετές (ενώ υπάρχουν τα κατηχητικά σε προαιρετική βάση) ή να διαπλέκεται τόσο η θρησκευτική εξουσία με την κρατική (με τις γνωστές στρεβλώσεις, να αναδεικνύεται σε πόλο επιρροής μια άκρως αντιδημοκρατική, αδιαφανής και “ελέω θεού” μορφή εξουσίας) κλπ κλπ. Ποιός ο λόγος για όλα αυτά; Και τι περιμένετε να πει το δημοψήφισμα; Να κάνει νόμο την τυραννία της πλειοψηφίας σε θέματα που μόνο το κάθε άτομο χωριστά αφορούν; Αλλά το θέμα αυτό εξετάζεται σε άλλη ενότητα, οπότε δεν θα επεκταθώ.
Το θέμα της νομικής αναγνώρισης της συμβίωσης των ομοφυλόφιλων δεν αφορά άλλους από τους ίδιους. Το να έχουν τη δυνατότητα οι ομοφυλόφιλοι γείτονές σας να κληρονομήσουν ο ένας τον άλλον ή να αποκτήσουν κοινή περιουσία κλπ δεν σας αφορά καθόλου πρακτικά/νομικά. Στο θέμα της υιοθεσίας περιπλέκονται τα πράγματα, γιατί υπεισέρχεται το συμφέρον ενός παιδιού να μεγαλώσει σε λειτουργική και κοινωνικά ενταγμένη οικογένεια και το συμφέρον της πολιτείας να διατηρεί έναν συμπαγή κοινωνικό ιστό, χωρίς νέους πολίτες με κοινωνικά στίγματα και περιθωριοποιήσεις. Παρ’ όλα αυτά, ένα δημοψήφισμα σε τέτοια ευαίσθητα θέματα σκεφτείτε πως ίσως καταλήξει σε ένα “κυνήγι μαγισσών”, σε μια πόλωση που, σε περίπτωση αρνητικής έκβασης της ψηφοφορίας, θα οδηγήσει στην ψευτο-δικαίωση ακραία αρνητικών θέσεων και στον περαιτέρω στιγματισμό των ενδιαφερόμενων ομάδων (που θα φέρουν πλέον τη “βούλα” του “απόβλητου”).
Γι’ αυτό νομίζω ότι τα δημοψηφίσματα είναι κατάλληλα μόνο για επιλογή μεταξύ κατ’ αρχήν θεμιτών εναλλακτικών ή για ζητήματα τοπικού ενδιαφέροντος.
Σημ.: Η νομική διάκριση για τα δημοψηφίσματα που προβλέπει το Σύνταγμα είναι “συμβουλευτικά” και “νομοθετικά”.
Κύριε Φασλή,
οι συστάσεις σαν είναι το ίδιο εύστοχες με του κύριου Σαρρή. Ναι, το σημαντικό είναι η πολιτική τόλμη και λιγότερο η επαλήθευση των βουλευτικών-κυβερνητικών επιλογών από το λαό. Αλλά ακριβώς επειδή τα θέματα που παρέθεσα παραπάνω είναι «καυτές πατάτες» και καμία πολιτική παράταξη δεν παίρνει το θάρρος να τα αντιμετωπίσει και να δώσει σοβαρές λύσεις… δεν θα ήταν καλύτερο να μεταβιβαστεί αυτό το debate στη λαϊκή συνείδηση;
Τόσα χρόνια περιμένουμε και ακούμε για ένα σημαντικότερο διαχωρισμό του Κράτους απ’την Εκκλησία, αλλά δεν το βλέπουμε. Κι όμως πολλοί Έλληνες πολίτες, ιδιαίτερα οι νέοι, αν τους δίδονταν φωνή θα ψήφιζαν υπέρ αυτού του διαχωρισμού.
Εγώ αυτά τα γράφω με μια δόση ρεαλισμού- όπως είπα και στον κύριο Σαρρή. Απ’τη στιγμή που δεν έχει σκοπό ο κος Καραμανλής ή ο κος Παπανδρέου να μπουν στη διαδικασία να χάσουν μερίδες απ’τους συντηρητικούς τους ψηφοφόρους, δεν θα ήταν εξυπνότερο- γι’αυτούς και για μας- να περάσουν τα παραπάνω 4 ζητήματα στο λαό;
Έστω και με κίνδυνο να καταψηφιστούν… απ’το τίποτα, καλύτερο είναι.
Αυτό μπορεί απλά να έχει τον χαρακτήρα της στατιστικής διαπίστωσης, και όχι της κρατικής παρέμβασης. Ουσιαστικά νομιμοποιεί τις κινήσεις του κοινού νομοθέτη να φροντίζει ιδιαίτερα για την πλειοψηφία των πολιτών που ασπάζονται αυτήν την «επικρατούσα» θρησκεία.
Αυτό είναι υπερβολή. Στην Ελβετία που με το δημοψήφισμα πέρασε ο γάμος των ομοφύλων αλλά όχι η δυνατότητά τους να υιοθετούν δεν έγινε κάτι τέτοιο. Μια καταψήφιση δε σημαίνει το τέλος του κόσμου. Σημαίνει απλά πως οι καιροί δεν είναι ώριμοι…
Στις δημοκρατικές κοινωνίες ο κάθε λαός έχει τις κυβερνήσεις που του αξίζουν. Όπως και τις εκβάσεις δημοψηφισμάτων που του αξίζουν. Αυτή είναι η αξία της λαϊκής βούλησης.
Αν είναι να φοβόμαστε τις συνέπειες, να μην τα συζητάμε καθόλου αυτά τα θέματα…
Αν ήμουν στην Ελβετία πιθανόν να είχα διαφορετική άποψη. Αναγκαστικά η θέση μου, όμως, τοποθετείται στην Ελλάδα, με τα κοινωνικά της δεδομένα και το βαθμό ενημέρωσης και νηφαλιότητας της κοινής της γνώμης.
Μακάρι να βρεθούμε στη θέση να συζητάμε δημοσίως για τέτοια θέματα, με λογικά και νηφάλια επιχειρήματα και όχι με κινδυνολογίες, ηθικολογικές κορώνες και κομπλεξισμούς.
Τις συνέπειες αυτές δυστυχώς κάποιοι “θα τις φάνε στη μάπα”. Η πλειοψηφία θα έχει την “έκβαση” που της αξίζει και θα είναι μια χαρά με αυτό. Η προστατευτέα μειοψηφία όμως θα έχει μια τύχη που ΔΕΝ της αξίζει. Κι αυτό γιατί η αναγνώριση των δικαιωμάτων της θα έχει υποκύψει σε πλειοψηφικές λογικές, αντί να θεωρηθεί εξ ορισμού “ιερή” και αδιαπραγμάτευτη, ως δομικό συστατικό του Κράτους Δικαίου.
Αυτό είναι το μειονέκτημα της δημοκρατίας…
Καλύτερα όμως μια ατελής δημοκρατία με πλειοψηφικές λογικές, παρά ένας πεφωτισμένος δικτάτορας με σκοτεινή agenda.
Προς Θεού, δε λέω τώρα πως η υπεράσπιση των δικαιωμάτων των μειονοτήτων δεν είναι προτεραιότητα για ένα κράτος δικαίου, αλλά απ’την άλλη- ρεαλιστικά να τα δούμε τα πράγματα- δεν προβλέπεται να έρθει σύντομα ένας Θαπατέρο στην Ελλάδα.
Τα δημοψηφίσματα ίσως δώσουν λύσεις εκεί που κανείς δεν το περιμένει… Ίσως πάλι μας υπενθυμίσουν ότι δεν απέχουμε πολύ απ’το Ιράν…
Ο περιορισμός των δημοψηφισμάτων σε συγκεκριμένη θεματολογία δεν σημαίνει υποχώρηση σε απολυταρχικές πρακτικές! Υπάρχει η υπεύθυνη κυβέρνηση, το πλαίσιο άσκησης εξουσίας της οποίας εγκρίνεται μέσα από τις δημοκρατικές εκλογές.
Εσείς βλέπετε – ρομαντικά, κατά τη γνώμη μου – λύσεις μέσα από τα δημοψηφίσματα, σε θέματα που μέχρι τώρα επικράτησε διστακτικότητα. Εγώ, αντιθέτως – λαμβάνοντας υπόψη το παρελθόν δημοκοπίας, νεοορθόδοξης ηθικολογίας και εθνικιστικής ανασφάλειάς μας – βλέπω περισσότερα προβλήματα σε αυτά, αν δεν περιοριστούν σε πιο ακίνδυνα για τα ατομικά δικαιώματα και τα εθνικά συμφέροντα ζητήματα.
Βλέπω τα δημοψηφίσματα ως λύσεις- είναι αλήθεια- αλλά αυτό γιατί δεν προβλέπω η διστακτικότητα που διέπει τους πολιτικούς μας αρχηγούς στα θέματα που θίξαμε παραπάνω ν’αλλάζει σύντομα.
Αν είμαστε κράτος νεοόρθοδοξης ηθικολογίας και εθνικής ανασφάλειας [sic] τότε αυτό δεν αλλάζει, είτε με την αρνητική έκβαση ενός δημοψηφίσματος δικαιωμάτων για τις μειονότητες είτε με τους πολιτικούς που ψηφίζουμε και μας κυβερνούν (και εν τέλει δε ρυθμίζουν τα παραπάνω θέματα).
Ο Θαπατέρο βγήκε στην εξουσία έχοντας κάνει γνωστό από πριν πως θα διευθετούσε ζητήματα όπως το γάμο ομοφύλων. Αν η Ισπανία όμως δεν ήταν έτοιμη ως κοινωνία για μια τέτοια αλλαγή, δεν θα αναλάμβανε κανείς το πολιτικό κόστος μιας τέτοιας φορτισμένης μεταρρύθμισης.
Φοβάμαι πως εμπρος στο ρίσκο για κοινωνικο-πολιτική πόλωση μετά από μια αποτυχημένη καμπάνια δημοψηφίσματος, ελλοχεύει ο πολύ μεγαλύτερος κίνδυνος της αδράνειας και στασιμότητας…
Οπότε τίθεται το ερώτημα αν ένα σχετικό δημοψήφισμα με έντονα αρνητικό αποτέλεσμα θα βοηθούσε ή όχι. Εγώ πιστεύω πως όχι. Αν υπάρχει μια ελπίδα να βγούμε από τη στασιμότητα σε τέτοια ζητήματα, αυτή είναι η πολιτική τόλμη κόντρα στον εφήμερο λαϊκισμό και όχι η αναγωγή στον τελευταίο μέσα από δημοψηφίσματα.
Είμαι της γνώμης πως θα βρεθούμε προ εκπλήξεων αν γίνει δημοψήφισμα σε ορισμένα θέματα (πχ διαχωρισμός κράτους-εκκλησίας). Μου προκαλεί έντονη υποψία πως είναι δυνατόν οι στατιστικές να μας βγάζουν πάνω από 90% φανατικούς Ορθόδοξους ενώ δεν έχω γνωρίσει άτομο της ηλικίας 20-30 ετών που να μην είναι αγανακτισμένο με την ελληνική εκκλησία για τον άλφα ή βήτα λόγο.
Το αποτέλεσμα- αρνητικό ή θετικό- ενός δημοψηφίσματος κοινωνικού-ηθικού χαρακτήρα δεν είναι πάντα προβλέψιμο, όπως έχει δείξει η εμπειρία σε δημοψηφίσματα του εξωτερικού.
Δεν είναι όμως ειρωνεία να λέτε το παραπάνω όταν, στα συγκεκριμένα κοινωνικο-ηθικά θέματα που έθιξα, η εποχή μας χαρακτηρίζεται από λαϊκή τόλμη (βλέπετε πρωτοβουλίες όπως αυτό το ιστολόγιο!) και έντονο πολιτικό λαϊκισμό (πχ η αδυναμία των πολιτικών κομμάτων να πάρουν θέσεις σε οφθαλμοφανείς παραβιάσεις των δικαιωμάτων των μειονοτήτων, φροντίζοντας μονάχα τη μεγάλη μερίδα που είναι οι πολλοί ψηφοφόροι);
Επίσης αδυνατώ να καταλάβω πως αναπτυγμένα κράτη όπως η Ελβετία, η Καλιφόρνια, ο Καναδάς, η Ιταλία, κλπ όλα κάνουν λάθος χρήση του δημοψηφίσματος για τέτοια ευαίσθητα ζητήματα.
Όπως αναφέρθηκε παραπάνω κάποιοι από τους λόγους για τους οποίους τα δημοψηφίσματα (και κατ’ επέκταση η άμεση δημοκρατία) δεν είναι καθολικά αποδεκτά είναι ο φόβος για τις ικανότητες του μέσου ψηφοφόρου για λήψη ενημερωμένης απόφασης λόγω εγγενούς αδυναμίας ή καθοδήγησης και η απειλή για άλλους πολιτικούς θεσμούς (νομοθέτες/κυβερνήσεις). Ενώ το πρώτο κομμάτι αποτελεί και πρόβλημα της έμμεσης δημοκρατίας όπως την βιώνουμε σήμερα, το δεύτερο ίσως να έχει κάποια ευθύνη για την έλλειψη δημοψηφισμάτων στην Ελλάδα.
Προσωπικά θα ήθελα να δω δημοψηφίσματα πρώτα σε τοπικό επίπεδο (παράλληλα όμως και με αυξημένες αρμοδιότητες στην τοπική αυτοδιοίκηση) και κυρίως συνδεδεμένα με προτάσεις δημοσίων δαπανών και επικείμενης φορολογίας (κάτι που αν διάβασα καλά απαγορεύει το Σύνταγμά μας;). Αυτό βέβαια με ένα δισταγμό… έχοντας ζήσει σε χώρα που κάνει συχνή χρήση κάποιων τύπων referendum σε αντίστοιχο μη-εθνικό επίπεδο, δεν μπορώ να πω πως είμαι ενθουσιασμένος από την προοπτική βομβαρδισμού μηνυμάτων που δέχεται ο ψηφοφόρος από τα γκρουπ ειδικών συμφερόντων υπέρ ή κατά συγκεκριμένων προτάσεων. Σε κάθε περίπτωση βέβαια, η ενημέρωση που μπορεί να λάβει ο ενδιαφερόμενος ψηφοφόρος δεν χρειάζεται να είναι επιφανειακή – ειδικά σε περιπτώσεις όπου η κοινωνία πολιτών της χώρας βρίσκεται σε άνθιση.
Και μια απορία: αναρωτιέμαι κατά πόσο η αξία που δίνουμε σε ένα πιθανό δημοψήφισμα είναι συνάρτηση της προσδοκίας που έχουμε για το αποτέλεσμα. Εννοώ δηλαδή πως ως διευρυμένη “τεχνολογία δημοκρατίας”, η λήψη αποφάσεων μέσω δημοψηφισμάτων – σε εφαρμογή επιπέδου κράτους, σε εθνικά ή κοινωνικά θέματα – είναι δύσκολο εκ των πραγμάτων να γίνει ευρέως αποδεκτή υπό ένα “πέπλο άγνοιας” θεμάτων που τίθονται προς ψήφιση…
Σωστό! Αλλά γι’αυτό ακριβώς το λόγο ο συντακτικός νομοθέτης σε μας και σε άλλες χώρες προέβλεψε τα δημοψηφίσματα μονάχα για κρίσιμα εθνικά ή κοινωνικο-ηθικά φορτισμένα θέματα.
Θα ήταν κουτό να μπαίνουν συμβουλευτικά ή νομοθετικά δημοψηφίσματα δημοσιονομικού ή καθαρά οικονομικού-κανονιστικού χαρακτήρα προς κρίση απ’το λαό, που φυσικά θα ψήφιζε με πάθος υπέρ του συμφέροντός του, χωρίς μακροπρόθεσμη ανάλυση των συνεπειών πχ στα οικονομικά-γεωπολιτικά του κράτους.
Απ’την άλλη όμως δεν πρέπει να πέφτουμε στην παγίδα να απαγορεύουμε στο μέσο Έλληνα να έχει λόγο σε σημαντικά θέματα επικαλούμενοι την «αριστοκρατία των διαβασμένων». Νομίζω θέματα όπως η αποποινικοποίηση των ελαφρών ναρκωτικών και ο διαχωρισμός εκκλησίας-κράτους είναι ζητήματα που όλοι μπορούν (και ίσως πρέπει!) να ακουστούν.
Στο κάτω κάτω, ας δοκιμάσουμε μια φορά το referendum στην Ελλάδα να δούμε αν δουλεύει! Αν δούμε ότι δεν κάνει για τη νοοτροπία του Νεοέλληνα, ας τα καταργήσουμε στην επικείμενη αναθεώρηση…
Σχολιάστε