Ένας Ταύρος στην Καθημερινή IV

Στ. Μάνος

Η ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ 04 (Ισορροπίες και Αντίβαρα), του Στέφανου Μάνου

Έχει παρατηρηθεί από πολλούς – και η παρατήρηση είναι ολότελα σωστή – ότι μετά την πρώτη αναθεώρηση του Συντάγματος, το πολιτικό μας σύστημα έγινε πρωθυπουργοκεντρικό. Πρακτικά αυτό σημαίνει ότι ο πρωθυπουργός μπορεί να κάνει ό,τι επιθυμεί. Ακριβώς έτσι, ό,τι επιθυμεί. Το μόνο που μπορεί να τον εμποδίσει είναι το ένστικτο της αυτοσυντήρησης δηλαδή ο φόβος του πολιτικού κόστους.

Αν, για παράδειγμα, ο πρωθυπουργός επιθυμεί να αναθεωρήσει τη διάταξη του Συντάγματος ώστε να διπλασιαστεί ο αριθμός των βουλευτών επικρατείας, θα επιβάλλει τη θέληση του, ακόμη και αν η συντριπτική πλειοψηφία των βουλευτών του κόμματος του έχει διαφορετική γνώμη. Αν επιθυμεί να περάσει οποιοδήποτε νομοσχέδιο από τη Βουλή, θα το περάσει. Αν επιθυμεί να διορίσει οποιονδήποτε σε μια κρατική θέση, θα το κάνει. Αν επιθυμεί να γίνει οποιαδήποτε δαπάνη, έστω και με μακροχρόνια υπερχρέωση του κράτους, η δαπάνη θα γίνει.

Η ανεξέλεγκτη δυνατότητα του εκάστοτε πρωθυπουργού να κάνει ό,τι θέλει δεν είναι ασφαλώς ο υγιέστερος τρόπος διακυβέρνησης. Η έλλειψη εξισορροπητικών θεσμών, θεσμών δηλαδή που θα επενεργούν ως αντίβαρα στην πρωθυπουργική παντοδυναμία, ωθεί τον εκάστοτε πρωθυπουργό σε απώλεια του μέτρου. Ο καινούργιος και άπειρος πρωθυπουργός αφού αναλάβει τα καθήκοντα του, ανακαλύπτει με την πάροδο του χρόνου τη θεσμοθετημένη παντοδυναμία του. Η παντοδυναμία διαφθείρει. Τα φαινόμενα της αλαζονείας δεν αργούν να φανούν. Όσο αυξάνεται η αλαζονική αυτοπεποίθηση του πρωθυπουργού, τόσο περιορίζεται η θέληση των βουλευτών του πρωθυπουργικού κόμματος να εκφράσουν ελεύθερα τη γνώμη τους. Οι βουλευτές των κομμάτων της μειοψηφίας συναισθανόμενοι το ανώφελο της διατύπωσης αντεπιχειρημάτων στη θέληση του πρωθυπουργού καταφεύγουν στην όξυνση και τον λαϊκισμό.

Στην πρωθυπουργική παντοδυναμία χρειάζονται συνταγματικά αντίβαρα. Υποστηρίζουν μερικοί ότι πρέπει να δοθούν ξανά στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας οι εξουσίες που του έδινε το Σύνταγμα του 1975. Δεν συμμερίζομαι την άποψη αυτή. Δεν θα ήθελα το αντίβαρο στην παντοδυναμία του πρωθυπουργού να είναι ένας άλλος μονοπρόσωπος θεσμός διότι, σε τελική ανάλυση, η κοινή γνώμη θα ευτέλιζε τις μεταξύ τους πολιτικές διαφορές, σε προσωπικές.

Στην ενίσχυση της πρωθυπουργικής παντοδυναμίας αποβλέπει δυστυχώς και η προτεινόμενη από τον πρωθυπουργό σύσταση Συνταγματικού Δικαστηρίου με την ταυτόχρονη μείωση των αρμοδιοτήτων του Συμβουλίου της Επικρατείας. Μαίνονται διάφοροι υπουργοί κατά του ΣτΕ, η αλήθεια όμως είναι ότι το ΣτΕ δεν κάνει τίποτε άλλο από το να περιορίζει τις αυθαιρεσίες της κυβέρνησης. Αυθαιρεσίες που συχνά οφείλονται στην αβάσταχτη επιπολαιότητα με την οποία ψηφίζονται οι νόμοι. Διαφωνώ λοιπόν με τον περιορισμό των αρμοδιοτήτων του ΣτΕ.

Τα αντίβαρα στην πρωθυπουργική παντοδυναμία πρέπει να αναζητηθούν (1) μέσα από το ίδιο το κόμμα του και (2) από το νομοθετικό σώμα.

Τα κόμματα, όπως διαμορφώθηκαν τα τελευταία χρόνια, έχουν αποκτήσει τεράστια ισχύ. Το πέτυχαν – ευλογώντας τα γένια τους – με τη θέσπιση εξαιρετικά γενναιόδωρης χρηματοδότησης από τον κρατικό προϋπολογισμό (εξ όσων έχω καταφέρει να ελέγξω, η χρηματοδότηση αυτή είναι, αναλογικά, μεγαλύτερη από ό,τι ισχύει σε οποιαδήποτε άλλη ευρωπαϊκή χώρα). Η σκανδαλωδώς γενναιόδωρη χρηματοδότηση των κομμάτων λειτουργεί ως εμπόδιο αλλαγών στην πολιτική σκηνή. Ευνοεί το πολιτικό κατεστημένο.

Τα κόμματα διαθέτουν δημοκρατική οργάνωση μόνο στα χαρτιά . Τα μέλη των κομμάτων δεν έχουν καμιά πρακτική δυνατότητα άμυνας και ελέγχου κατά των αυθαιρεσιών του «αρχηγού». Ο «αρχηγός» μπορεί να ξοδεύει τα εκατομμύρια Ευρώ της κρατικής επιχορήγησης όπως αυτός επιθυμεί. Διαφάνεια στην οικονομική διαχείριση των κομμάτων δεν υπάρχει. Ο «αρχηγός» διορίζει τους υποψηφίους της αρεσκείας του χωρίς να δώσει λογαριασμό σε κανένα. Είναι σύνηθες να αποκλείονται ικανοί νέοι υποψήφιοι από τον αρχηγό προκειμένου να «προστατευθεί» η διαιώνιση της πολιτικής παρουσίας κάποιου πολιτικού «βαρόνου» ή προκειμένου να δοθεί χρόνος να ετοιμαστούν τα παιδιά του.

Ένα μέρος των προβλημάτων αυτών θα περιοριζόταν αν η δημοκρατική οργάνωση των κομμάτων ήταν συνταγματικά κατοχυρωμένη, έτσι ώστε η τήρηση των δημοκρατικών κανόνων και η τήρηση οικονομικών κανόνων διαφάνειας να μπορεί να ελεγχθεί. Να γνωρίζει ο αρχηγός του κόμματος ότι η αυθαιρεσία έχει όρια.

Η υπόσταση του βουλευτή θα άλλαζε αν, αντί να εκλέγεται με σταυρό προτίμησης, σε πολυεδρική περιφέρεια, εκλεγόταν σε μονοεδρική. Η δυναμική της εκλογής του θα άλλαζε. Κάθε μονοεδρική περιφέρεια θα είχε έναν εκπρόσωπο. Κάθε βουλευτής θα εκπροσωπούσε το σύνολο της περιφέρειας και θα αισθανόταν πολύ πιο έντονη την ανάγκη να υποστηρίζει τα ευρύτερα συμφέροντα της περιφέρειας του και όχι μόνο του εκλογικού σώματος που τον σταυροδότησε. Πιο δύσκολα θα δεχόταν ο βουλευτής της μονοεδρικής περιφέρειας να στηρίξει τις όποιες πρωθυπουργικές επιθυμίες απ’ ότι ο εκλεγόμενος με σταυρό βουλευτής πολυεδρικής περιφέρειας. Χαρακτηριστικές είναι οι συχνές δυσκολίες που αντιμετωπίζει ο Tony Blair με βουλευτές του κόμματος του. Τέτοιες δυσκολίες δεν αντιμετώπισαν ποτέ στη Βουλή οι έλληνες πρωθυπουργοί. Η ευκολία με την οποία περνούν οι νόμοι δεν τους καθιστά καλούς νόμους. Το αντίθετο. Η καθιέρωση εκλογικού συστήματος παρόμοιου με το γερμανικό, σε συνδυασμό με τη συνταγματικά κατοχυρωμένη δημοκρατική οργάνωση των κομμάτων, θα ήταν κάποιο εσωκομματικό αντίβαρο στην παντοδυναμία του πρωθυπουργού.

Παράλληλα εισηγούμαι την εισαγωγή δεύτερου νομοθετικού σώματος, ως πρόσθετου θεσμικού αντίβαρου στην πρωθυπουργική παντοδυναμία. Της Γερουσίας. Ενώ το Σύνταγμα ορίζει ότι τη νομοθετική πρωτοβουλία την έχει είτε η κυβέρνηση είτε η Βουλή, στην πραγματικότητα μόνο η κυβέρνηση έχει νομοθετική πρωτοβουλία. Είναι και αυτό άλλη μια απόδειξη της πρωθυπουργικής παντοδυναμίας που δεν μπορεί να ανεχθεί το ενδεχόμενο η πρωτοβουλία να προέλθει από αλλού. Το αποτέλεσμα είναι πολλοί, επιπόλαιοι και κακοί νόμοι. Απόδειξη τούτου είναι ότι πολλοί νόμοι που έρχονται στη Βουλή διορθώνουν προηγούμενο νόμο που συχνά έχει εισηγηθεί ο ίδιος Υπουργός. Η Γερουσία μπορεί να αποτελείται από 36 γερουσιαστές που θα εκλέγονταν για 6ετή θητεία. Τρεις γερουσιαστές από κάθε μια από τις 12 περιφέρειες. Εκλογές θα γίνονται κάθε δύο χρόνια για να ανανεώνεται το 1/3 του σώματος (όπως γίνεται στις ΗΠΑ για την ανάδειξη της αμερικανικής Γερουσίας). Οι νόμοι θα πρέπει να ψηφίζονται και από τα δύο σώματα. Και τα δύο σώματα θα μπορούν να αναλάβουν νομοθετική πρωτοβουλία. Η κυβέρνηση θα πρέπει να έχει την εμπιστοσύνη και των δύο σωμάτων, Βουλής και Γερουσίας. Οι γερουσιαστές δεν θα μπορούν να υπουργοποιηθούν. Το γεγονός ότι οι γερουσιαστές θα εκλέγονται για 6 χρόνια και σε διαφορετικό εκλογικό κύκλο από εκείνον της Βουλής, θα τους δώσει και κύρος και ανεξαρτησία. Η παραγωγή νόμων θα επιβραδυνθεί αλλά οι νόμοι θα γίνουν καλύτεροι καθώς η πρωθυπουργική «αυθαιρεσία» θα βρεθεί αντιμέτωπη με το αντίβαρο της Γερουσίας.

Αν δημιουργηθεί Γερουσία, πρέπει να περιορισθεί ο ήδη μεγάλος αριθμός των βουλευτών κατά 36 (όσοι και οι γερουσιαστές) οπότε, από τους απομένοντες 264 οι 150 θα μπορούσαν να εκπροσωπούν μονοεδρικές περιφέρειες και οι υπόλοιποι 114, να είναι σε λίστες καταρτιζόμενες ανά περιφέρεια από τα δημοκρατικά οργανωμένα κόμματα, όπως γίνεται στη Γερμανία.

Έχω ακούσει το επιχείρημα ότι, με τα «βαλκανικά» μας πολιτικά ήθη και έθιμα, καλύτερα να έχουμε πρωθυπουργική παντοδυναμία παρά χρονοβόρες δημοκρατικές διαδικασίες. Δεν συμφωνώ. Ίσως να έστεκε το επιχείρημα τα πρώτα μεταδικτατορικά χρόνια όταν χρειάζονταν έκτακτα μέτρα για την εδραίωση της δημοκρατίας, σήμερα όμως είναι απαράδεκτο. Η πραγματικότητα που έχει διαμορφωθεί σήμερα, 30 χρόνια μετά τη μεταπολίτευση, είναι αφενός ένα νομοθετικό αλαλούμ και αφετέρου η αναβολή και η μετατόπιση στο μέλλον όλων των δύσκολων αποφάσεων, επειδή ο πρωθυπουργός φοβάται το πολιτικό κόστος. Ο φόβος είναι εντονότερος επειδή γνωρίζει ότι όλοι οι συνεργάτες του εμφανίζονται σύμφωνοι μαζί του. Ξέρει ότι από κανέναν τους δεν θα ακούσει ισχυρό αντίλογο και όλοι περιμένουν πότε θα «την πατήσει». Θυμίζω το πάθημα του κ. Σημίτη με την ασφαλιστική μεταρρύθμιση του κ. Γιαννίτση. Όλοι ήταν σύμφωνοι μέχρις ότου άνοιξε ο ασκός του Αιόλου. Ο κ. Σημίτης έμεινε με το πολιτικό κόστος. Η τόσο αναγκαία μεταρρύθμιση εγκαταλείφθηκε. Σε τι τον ωφέλησε λοιπόν η παντοδυναμία του; Σε τελική ανάλυση η παντοδυναμία καταλήγει να είναι απόλυτη αδυναμία. Ο πρωθυπουργός φοβάται και δεν αποφασίζει. Η πρωθυπουργική παντοδυναμία είναι λοιπόν κακή. Ούτε σε καλούς νόμους οδηγεί, ούτε σε αναγκαίες γενναίες αποφάσεις, αλλά μόνο σε «μικρές», συχνά εξαιρετικά ενοχλητικές, αυθαιρεσίες.


3 σχόλια στο “Ένας Ταύρος στην Καθημερινή IV”


1

Βλακείες. Άκου “γερουσία”, εν έτει 2006. Δηλαδή άλλοι 100 (σιγά μην τολμήσει αναθεωρητική βουλή να μειώσει τον αριθμό των κυρίως βουλευτών…) να “φυλάνε” τον πρωθυπουργό Αυτό, αγαπητέ Στέφανε, προβλεπόταν -τηρουμένων των αναλογιών- στο Σ.1975 ως “Συμβούλιο της Δημοκρατίας”, ένα όργανο παρά τω ΠτΔ που επικύρωνε ορισμένες πράξεις του προέδρου για να μην παρεκτραπεί -καταργήθηκε με την αναθεώρηση του 86. Ήταν ένα θεσμικό απολίθωμα αντίστοιχο του “Συμβουλίου του Στέμματος” που πρόσεχε τον βασιλιά (και είδαμε πόσο επιτυχές ήταν στο ρόλο του).

Κανονικά εκείνοι που θα έπρεπε να συγκρατούν τον πρωθυπουργό -που τόσο σε φοβίζει- είναι οι υπουργοί “του”. Όσο πιο ικανός είναι ένας υπουργός τόσο τον έχει ανάγκη ο πρωθυπουργός. Η προσωπικότητα των υπουργών είναι το ζητούμενο, των μελών της κυβέρνησης που θα έπρεπε και μόνο το υποννοούμενο ότι δεν θα εξακολουθούν επ’ άπειρον να συμμετέχουν σε μια ηγεσία που δρομολογεί χλιαρές λύσεις να κάνει τον πρωθυπουργό να υδροκοπά. Αλλά αυτά δεν γίνονται με αναθεώρηση, Στέφανε. Γίνονται με το ανάστημα και το κύρος.

Και από την άλλη δεν του αρέσει το ΣΔ γιατί άκουσε από κάπου ότι θα αφαιρεθούν αρμοδιότητες από το ΣτΕ. Μια χαρά θα ακυρώνει διοικητικές πράξεις το ΣτΕ και μετά το ΣΔ, κανένα πρόβλημα. Απλώς η συνταγματικότητα θα ελέγχεται ex officio κι όχι μόνο όταν οι δικαστές είναι σε καλό mood – όπως συμβαίνει σήμερα που την θυμούνται μόνο όταν τους το σφυρίζουν από τριγύρω. Οι δικαστές λόγω της οκνηρίας τους θα χάσουν αυτή την αρμοδιότητά τους, αντί να ενεργοποιηθούν και να την ασκούν και στο ειρηνοδικείο. Και εν πάσει περιπτώσει, με το ΣΔ θα έχουμε ένα νέο δικαίωμα για τους πολίτες: συνταγματική προσφυγή. Με τη γερουσία τι θα έχουμε; 100 αργόμισθους.

# 5 June, 2006 στις 12:12 pm |
2

Και από την άλλη δεν του αρέσει το ΣΔ γιατί άκουσε από κάπου ότι θα αφαιρεθούν αρμοδιότητες από το ΣτΕ. Μια χαρά θα ακυρώνει διοικητικές πράξεις το ΣτΕ και μετά το ΣΔ, κανένα πρόβλημα. Απλώς η συνταγματικότητα θα ελέγχεται ex officio κι όχι μόνο όταν οι δικαστές είναι σε καλό mood – όπως συμβαίνει σήμερα που την θυμούνται μόνο όταν τους το σφυρίζουν από τριγύρω. Οι δικαστές λόγω της οκνηρίας τους θα χάσουν αυτή την αρμοδιότητά τους, αντί να ενεργοποιηθούν και να την ασκούν και στο ειρηνοδικείο.

Αν νομίζεις, Βασίλη, ότι στο ΣΔ, με τη διορισμένη από την κυβέρνηση ή τη βουλή σύνθεση, οι δικαστές θα είναι σε καλύτερο …mood για τον έλεγχο αντισυνταγματικότητας, θα πρέπει να μας αιτιολογήσεις την αισιοδοξία σου αυτήν.

Το ΣτΕ επί χρόνια κάνει τον πιο δραστικό έλεγχο αντισυνταγματικότητας στο δικαστικό μας σύστημα, με τρόπο που μονίμως ενοχλεί τους κυβερνώντες (η δε νομολογία του είναι παραδοσιακά πιο προοδευτική από του Αρείου Πάγου). Τις κατά καιρούς οχληρές για την κυβερνητική αυθαιρεσία αποφάσεις του τις έβγαλε ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΕΛΕΓΧΟ ΑΝΤΙΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΤΩΝ ΝΟΜΩΝ, είτε κατασταλτικά (με εκδίκαση αιτήσεων ακύρωσης κατά κανονιστικών ή ατομικών πράξεων) είτε προληπτικά (κατά την επεξεργασία Προεδρικών Διαταγμάτων πριν από την προώθησή τους για δημοσίευση). Αυτή η αρμοδιότητα-αγκάθι είναι που περιστέλλεται με την ΑΠΟΣΤΕΡΗΣΗ της δυνατότητάς του να προβαίνει σε έλεγχο αντισυνταγματικότητας και με τη θέσπιση της υποχρέωσης ΠΑΡΑΠΟΜΠΗΣ των ζητημάτων αυτών στο νεότευκτο ΣΔ, με τη διορισμένη από πολιτικούς σύνθεση.

Ποιοί “τριγύρω” του τού σφυρίζουν για την αντισυνταγματικότητα; Τους δικηγόρους εννοείς; Μα αυτός είναι ο θεσμικός τους ρόλος, να προβάλλουν ισχυρισμούς, μεταξύ των οποίων και για αντισυνταγματικότητα. Άλλωστε, ουδόλως λείπουν οι περιπτώσεις ΑΥΤΕΠΑΓΓΕΛΤΟΥ ελέγχου αντισυνταγματικότητας (πχ ΚΑΘΕ περίπτωση προληπτικού ελέγχου των ΠΔ).

Επίσης, αντελήφθης να προτείνεται η θέσπιση ευθείας “συνταγματικής προσφυγής” για τους πολίτες; Εγώ όχι.

Ακόμα, η μισή νομολογία των διοικητικών δικαστηρίων και ικανοποιητικό μέρος της αντίστοιχης των πολιτικών δικαστηρίων (λόγω διαφοράς αντικειμένου) περιλαμβάνει, χάρη στους δικαστές και στους δικηγόρους, έλεγχο αντισυνταγματικότητας – για ποιά (συνταγματική) οκνηρία μιλάς συνεπώς;

Τέλος, ο καλύτερος τρόπος για να καταδείξεις ότι κάποιος λέει “βλακείες” είναι τα πειστικά αντίθετα επιχειρήματα. Τα αφοριστικά λεκτικά πυροτεχνήματα, που επιπλέον δηλώνουν έλλειψη μετριοπάθειας και ευγένειας κατά το διάλογο, περιττεύουν κατ’ εμέ.

# 5 June, 2006 στις 1:45 pm |
3

Βασικά η ιδέα της διπλής κοινοβουλευτικής αντιπροσώπευσης (Βουλή και Γερουσία) είναι απαραίτητη. Πραγματικά, πόσες μεγάλες δυτικές χώρες γνωρίζετε με ένα μόνο κοινοβούλιο;

Σωτηρόπουλε, αν σ’ενοχλεί το όνομα «Γερουσία» μπορούμε να το αντικαταστήσουμε με το «Σύγκλητος»… όπως και να’χει, ένα δεύτερο κοινοβουλευτικό σώμα με διαφορετικές αρμοδιότητες, μέγεθος και διάρκεια θητείας (σε σχέση με την Κάτω Βουλή) ίσως βοηθούσε στη νομοθετική διαδικασία.

# 5 June, 2006 στις 2:24 pm |

Σχολιάστε

Quicktags: