Αναθεώρηση της αναθεώρησης;
Monday, 12 February, 2007Μετά τη διαφαινόμενη αποτυχία του αναθεωρητικού εγχειρήματος της παρούσας κυβέρνησης πολλοί έσπευσαν να δηλώσουν τη θλίψη τους για την ταλαιπωρία που υπέστη το Σύνταγμα από την αναθεωρητική σαπουνόφουσκα, ενώ άλλοι έθεσαν το ζήτημα της αλλαγής της ίδιας της αναθεωρητικής διαδικασίας.
Ως προς το πρώτο, πιστεύω ακριβώς το αντίθετο: η αποτυχία αυτή προστάτευσε το Σύνταγμα. Το προστάτευσε από το επιπόλαιο “άνοιγμα” ορισμένων διατάξεών του στην προοπτική αλλαγής τους από την επόμενη Βουλή, με το ουσιαστικό τους περιεχόμενο επικίνδυνα εκτεθειμένο στην όποια κομματική συγκυρία.
Ως προς το δεύτερο (το οποίο έχει σχέση και με το πρώτο): Η αναθεωρητική διαδικασία, έτσι όπως έχει καταστρωθεί στο άρθρο 110 του Συντάγματος, έχει ένα βασικό αρνητικό χαρακτηριστικό. Όχι την ίδια την ύπαρξη περιορισμών, διαδικαστικών και ουσιαστικών, κατά την εξέλιξή της. Αυτοί καλώς υπάρχουν, καθώς επιχειρούν να διασφαλίσουν (θα δούμε αν επιτυχώς ή μη) ότι ο Θεμελιώδης Νόμος θα μένει αλώβητος από καιροσκοπικά παιχνίδια (επικοινωνιακά και θεσμικά) μονοκομματικών κυβερνήσεων και θα συμπυκνώνει “οικουμενικές” πολιτικές θέσεις πάνω στα δομικά χαρακτηριστικά της οργανωμένης Πολιτείας. Το αρνητικό εντοπίζεται στην επιλογή των περιορισμών αυτών και στον τρόπο που λειτουργούν.
Κατά τις δύο φάσεις της αναθεώρησης (θέση από την πρώτη Βουλή συγκεκριμένων διατάξεων υπό καθεστώς αναθεώρησης – διαμόρφωση του περιεχομένου τους από τη δεύτερη, “αναθεωρητική” Βουλή) αρκεί να συγκεντρωθεί η αυξημένη πλειοψηφία των 180 βουλευτών σε μια από τις φάσεις αυτές και όχι απαραιτήτως στη δεύτερη (αυτήν που είναι κρίσιμη για την κανονιστική εκφορά της νέας διάταξης). Μπορεί, όμως, να συμβαίνει το εξής: Δύο μεγάλα κόμματα να συμφωνούν απόλυτα για την ανάγκη αναθεώρησης μιας διάταξης, αλλά να διαφωνούν κάθετα ως προς το περιεχόμενο που πρέπει να λάβει. Μοιραία, το αν το καθένα από τα συγκεκριμένα κόμματα θα ψηφίσει υπέρ της αναθεώρησης της διάταξης στην πρώτη Βουλή συναρτάται με την πιθανότητα να κερδίσει στις εκλογές. Τούτο διότι, εφόσον η διάταξη «προταθεί» για αναθεώρηση με άνω των 180 ψήφους, το κόμμα που θα συγκεντρώσει την απλή πλειοψηφία κατά τις εκλογές που θα ακολουθήσουν θα διαμορφώσει ελεύθερα, κατά τη μονοδιάστατη και ουδόλως συναινετική δική του θεώρηση, το περιεχόμενο της νέας συνταγματικής διάταξης.
Η παραπάνω στρέβλωση – η οποία εμπλέκει το Σύνταγμα στις κομματικές σκοπιμότητες αλλά και το εκθέτει στον κίνδυνο του κανονιστικού προσδιορισμού του από μια απλή πλειοψηφία (με ό,τι αυτό συνεπάγεται για το θεσμικό κύρος του και τη διαχρονική αντοχή του) – επιβάλλει να αλλάξει η διαδικασία αναθεώρησης, έτσι ώστε να ισχύει η υποχρέωση συγκέντρωσης αυξημένης πλειοψηφίας (180 ψήφων) κατεξοχήν στη δεύτερη φάση της διαδικασίας, στην αναθεωρητική Βουλή, αυτήν που διαμορφώνει το τελικό περιεχόμενο των αναθεωρούμενων διατάξεων. Περαιτέρω, η διατήρηση της ανάγκης συγκέντρωσης 180 ψήφων και κατά την πρώτη φάση, θα προφύλασσε το Σύνταγμα από επαναλαμβανόμενες «άσφαιρες» πρωτοβουλίες αναθεώρησης, οι οποίες θα εκφύλιζαν τον δημόσιο διάλογο για τον Κανονιστικό Χάρτη στο επίπεδο ενός μικροπολιτικού πυροτεχνήματος.
Με άλλα λόγια: πιστεύω στην αναγκαιότητα διασφάλισης και ενίσχυσης του συναινετικού-διακομματικού χαρακτήρα κάθε συνταγματικής αναθεώρησης. Έτσι το Σύνταγμα θα γίνει πιο ανθεκτικό στο χρόνο (όπως πρέπει να είναι), οι διατάξεις του, αποτελώντας τις συνισταμένες διαφορετικών πολιτικών απόψεων, θα γίνουν πιο ελλειπτικές και λιγότερο φλύαρες (όπως πρέπει να είναι), ανοιχτές σε μια ευέλικτη εφαρμογή τους από την εκάστοτε κυβέρνηση, υπό το άγρυπνο βλέμμα του ελέγχου αντισυνταγματικότητας από μέρους των δικαστηρίων, ενώ το πολιτικό σύστημα θα αποστεί επιτέλους από αυτό το πεδίο κενής. ψευδοσυνταγματικής ρητορείας, στο οποίο οψίμως διέπρεψε, κερδίζοντας σε ουσία.