Κοινωνία Πολιτών: Γιατί στο Σύνταγμα;
ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΚΑΤΟΧΥΡΩΣΗ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΠΟΛΙΤΩΝ
Τι είναι και τι περιέχει το «Σύνταγμα»
Το Σύνταγμα -υπό την τυπική του έννοια- είναι ο θεμελιώδης νόμος του κράτους, ένα κείμενο γραπτό και αφηρημένο, με αυξημένη τυπική ισχύ έναντι των νόμων, στο οποίο ρυθμίζονται:
1. η οργάνωση του κράτους και 2. οι σχέσεις κράτους-πολίτη. Στην πρώτη περίπτωση μιλούμε για το οργανωτικό Σύνταγμα (όργανα του κράτους, ανάδειξη και νομιμοποίησή τους, λειτουργία τους κλπ), ενώ στη δεύτερη για το Σύνταγμα των Δικαιωμάτων, των Θεμελιωδών, δηλ. συνταγματικά κατοχυρωμένων δικαιωμάτων που απολαμβάνει ο πολίτης απέναντι καταρχήν στην κρατική εξουσία, αλλά και στις σχέσεις του με άλλους ιδιώτες, και τα οποία η οποιασδήποτε πλειοψηφίας εξουσία (νομοθετική, εκτελεστική και δικαστική) οφείλει να σέβεται και να περιφρουρεί.
Υπό αυτή την ουσιαστική έννοια, του περιεχομένου του δηλαδή, το Σύνταγμα ταυτίζεται με το Πολίτευμα, καθώς αποτυπώνει με τρόπο κανονιστικό, με άλλα λόγια μέσα από επιτακτικούς για όλους κανόνες δικαίου, πως κυβερνάται ένα κράτος, ή γενικότερα μια πολιτειακή οντότητα.
Εσχάτως το περιεχόμενο των Συνταγμάτων έχει εμπλουτιστεί και διευρυνθεί, με αποτέλεσμα να περιλαμβάνει όλα όσα θεωρούνται θεμελιώδη και κανονιστικά κρίσιμα για τη ρύθμιση της οργανωμένης κοινωνικής συμβίωσης. Σ’ αυτή τη σύγχρονη εκδοχή του το Σύνταγμα περιλαμβάνει τις θεμελιώδεις αρχές που διέπουν την Πολιτεία συνολικά, η οποία νοείται ως η διαλεκτική σύνθεση κοινωνίας και κράτους.
Κοινωνία Πολιτών και Σύνταγμα
Είναι προφανές ότι σύμφωνα με τα παραπάνω η συνταγματική αναγνώριση της κοινωνίας πολιτών ως σημαντικής συνιστώσας στη διαρρύθμιση της οργανωμένης κοινωνικής συμβίωσης είναι καταρχήν δυνατή: Ακόμη και οι ΜΚΟ πρώτης γενιάς, αυτές δηλαδή που αρχικά αντιπολιτευόταν την εξουσία προβάλλοντας συγκεκριμένα αιτήματα και παίζοντας το ρόλο του θεματοφύλακα συμφερόντων και ενδιαφερόντων μερικών και αποσπασματικών, πολλώ δε μάλλον εκείνες της δεύτερης γενιάς, που άρχισαν, δειλά και περιορισμένα στην αρχή, να αναλαμβάνουν δημόσιες ευθύνες, ανήκουν πλέον στα εκ των ων ουκ άνευ στοιχεία της μορφής του Πολιτεύματος, στα στοιχεία δηλαδή που συγκροτούν την Πολιτεία, όπως αυτή ορίστηκε παραπάνω.
Το ερώτημα είναι αν η συνταγματική κατοχύρωση είναι και θεμιτή ή / και επιβεβλημένη δικαιοπολιτικά. Ποια επιχειρήματα θα μπορούσαμε να βρούμε προς αυτή την κατεύθυνση;
Αν οι ΜΚΟ πρώτης και δεύτερης γενιάς επιβεβαιώνουν ότι η συνταγματική τους κατοχύρωση είναι δυνατή, οι ΜΚΟ τρίτης γενιάς γεννούν ισχυρά επιχειρήματα ότι είναι και θεμιτή, αν όχι και επιβεβλημένη. Οι ΜΚΟ αυτές (μη-κυβερνητικές ή μη-κρατικές οργανώσεις) σχηματίζονται ακόμη και επί τούτου προκειμένου να φέρουν σε πέρας λειτουργικούς σκοπούς (π.χ. αποασυλοποίηση, διαχείριση εθνικών πάρκων, ναρκωτικά), χρηματοδοτούνται συχνά από το κράτος, χωρίς να είναι κρατικές, θα τολμούσαμε να πούμε ότι συντελούν ώστε το δημόσιο να μην είναι πλέον αναγκαστικά και κρατικό. Συγκροτούν τον «τρίτο χώρο», μεταξύ κρατικού και ιδιωτικού, λειτουργούν με οικονομικά αλλά μη κερδοσκοπικά κριτήρια και φέρουν σε πέρας πολιτικές δράσεις. Είναι προφανές ότι τέτοιου είδους λειτουργία υπερβαίνει την κανονιστική εμβέλεια του άρθρου 12 Σ, όπου κατοχυρώνεται το αμυντικό ατομικό δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι, και χαρακτηρίζει οργανώσεις που διαρρηγνύουν τα όρια μεταξύ ιδιωτικού και δημοσίου, υφαίνοντας μιας άλλης ποιότητας δημόσιο χώρο, λόγο και δράσης, απ’ ότι τα κρατικά όργανα.
Έτσι σήμερα οι ΜΚΟ όλων των ειδών δρουν στο δημόσιο χώρο, στη λεγόμενη δημόσια σφαίρα, χαράζουν και ασκούν δημόσια πολιτική, χωρίς να είναι κράτος αλλά και διαφοροποιούμενες από την κλασική ιδιωτική κοινωνία και βέβαια την αγορά. Ο δυισμός ιδιωτικού-δημοσίου, όπου μέχρι πρότινος το δημόσιο ταυτιζόταν με το κρατικό, αντικαθίσταται, σταθερά και ίσως όχι και τόσο αργά, από το τρίγωνο κράτος-κοινωνία πολιτών-ιδιωτική κοινωνία. Η Πολιτεία νοείται πλέον ως διαλεκτική σύνθεση των τριών αυτών διακριτών, αν και όχι στεγανώς διαχωρισμένων χώρων. Αν το Σύνταγμα, λοιπόν, όπως ήδη είπαμε, αποτελεί ακριβώς τον καταστατικό χάρτη της Πολιτείας, την οποία όχι μόνον αποτυπώνει, αλλά και ρυθμίζει με τρόπο κανονιστικό, δηλαδή καταναγκαστικό, οφείλει πλέον να μην κλείνει τα μάτια στην τρίτη διάσταση της οργανωμένης κοινωνικής συμβίωσης, την Κοινωνία Πολιτών.
Γιατί στο Σύνταγμα και όχι με κοινό τυπικό νόμο; Η ιδιαιτερότητα και οι κανονιστικές συνέπειες της συνταγματικής πρόβλεψης
Στο παραπάνω επιχείρημα της ανάγκης αναγνώρισης και ρύθμισης μπορεί να αντιταχθεί ότι τη ρύθμιση μπορεί να προβλέψει και ένας απλός τυπικός νόμος. Ποια είναι τα πλεονεκτήματα της συνταγματικής κατοχύρωσης, με τα οποία μπορούμε να απαντήσουμε στο αντεπιχείρημα ότι το Σύνταγμα είναι ένα λιτό, γενικό και αφηρημένο κανονιστικό κείμενο, όπου συμπεριλαμβάνονται μόνον τα απολύτως αναγκαία που αφορούν στο Κράτος.
1. Μια θεωρητική απάντηση δόθηκε ήδη παραπάνω: σήμερα πλέον το Σύνταγμα δεν αφορά μόνον στο Κράτος, αλλά στην Πολιτεία, ως συνάρθρωση Κράτους-Κοινωνίας, και περιλαμβάνεται ο,τιδήποτε θεωρείται πρωταρχικό για τη ρύθμιση της οργανωμένης κοινωνικής συμβίωσης. Με άλλα λόγια, αποτελεί πλέον τον Καταστατικό Χάρτη όχι του Κράτους, αλλά της σε πολιτική κοινότητα οργανωμένης κοινωνίας. Η συμπερίληψη αναγνώρισης συνεπώς της Κοινωνίας Πολιτών έχει καταρχήν το συμβολικό χαρακτήρα της αναγωγής της λειτουργίας των ΜΚΟ στο επίπεδο των θεμελιωδών και πρωταρχικών στοιχείων του Πολιτεύματος και της αναγνώρισης της τρίτης διάστασης της Πολιτείας δίπλα στο Ιδιωτικό και το Κρατικό.
2. Σε επίπεδο συνεπώς Πολιτεύματος, η συμπερίληψη θεσμικής εγγύησης, όχι απλώς ύπαρξης (γι αυτό αρκεί η ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι), αλλά και θεσμικής συμμετοχής στο πολιτικό γίγνεσθαι μπορεί να στηρίξει πολλές και διαφορετικές περαιτέρω κανονιστικές συνέπειες. Θα μπορούσε πρόχειρα να σκεφτεί κανείς την υποχρέωση των οργάνων του Κράτους να διαβουλεύονται με την Κοινωνία Πολιτών αλλά και να συνεργάζονται μαζί της (με τις αντίστοιχες κάθε χώρου ΜΚΟ) για την υλοποίηση των αποτελεσμάτων της διαβούλευσης. Θυμίζουμε την ανάλογη κατοχύρωση της ΚτΠ στη «Συνθήκη για τη Θέσπιση ενός Συντάγματος για την Ευρώπη»:
Άρθρο Ι -47: Αρχή της συμμετοχικής δημοκρατίας
1. Τα θεσμικά όργανα δίδουν , με τα κατάλληλα μέσα , στους πολίτες και στις αντιπροσωπευτικές ενώσεις τη δυνατότητα να γνωστοποιούν και να ανταλλάσσουν δημόσια τις γνώμες τους σε όλους τους τομείς δράσης της Ένωσης .
2. Τα θεσμικά όργανα διατηρούν ανοιχτό , διαφανή και τακτικό διάλογο με τις αντιπροσωπευτικές ενώσεις και την κοινωνία των πολιτών.
Άρα, η συνταγματική πρόβλεψη δημιουργεί την υποχρέωση του κοινού νομοθέτη να προβεί σε μια σειρά νομοθετικών ρυθμίσεων σε διάφορους τομείς, στην ανάληψη κοινωνικών υποχρεώσεων με άλλα λόγια, με κατεύθυνση την ανάδειξη μιας πιο συμμετοχικής συνιστώσας της δημοκρατίας μας. Η ενίσχυση της συμμετοχικής δημοκρατίας δεν καταργεί τον αντιπροσωπευτικό χαρακτήρα του Πολιτεύματός μας, αλλά τον εμπλουτίζει, επιτρέπει δε στους αντιπροσωπευτικούς θεσμούς την αποτελεσματικότερη επιτέλεση των καθηκόντων τους. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, επέρχεται μια μετάλλαξη, των ειδικότερων χαρακτηριστικών του αντιπροσωπευτικού συστήματος, όπως εξάλλου και με τη θεσμοθέτηση των Ανεξάρτητων Αρχών, της οποίας η θέση είναι ακριβώς στο κείμενο που αποτυπώνει κανονιστικά το Πολίτευμα, δηλαδή στο Σύνταγμα.
3. Το Σύνταγμα είναι ο ανώτατος Νόμος του Κράτους, συνεπώς οι κανόνες τους κατισχύουν κάθε αντίθετης διάταξης νόμου, κάποιοι συνιστούν, όπως ήδη παρατηρήθηκε, εντολή προς τον κοινό νομοθέτη να αναλάβει δράση και, τέλος, η αναθεώρησή του απαιτεί συναίνεση λόγω της ευρείας πλειοψηφίας που προϋποθέτει. Τα χαρακτηριστικά αυτά το διαχωρίζουν από τον τυπικό νόμο και διασφαλίζουν τη συνταγματική κατοχύρωση της ΚτΠ από στενά κομματικές ή κοντόθωρες νομοθετικές ρυθμίσεις. Διασφαλίζουν ακόμη –στο μέτρο του δυνατού- από περιττές παλινδρομικές κινήσεις μιας μεταβαλλόμενης κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας. Όπως, εξάλλου, παρατηρεί ο καθ. Σωτηρέλης:
«Αυτό οδηγεί, σε κάποιον βαθμό, στην κατοχύρωση ενός οιονεί «συνταγματικού κεκτημένου», που θα καλύπτει, κατ’ επέκταση, και την όποια συγκεκριμένη και σταθερή συνεργασία ή συμβολή των εν λόγω οργανώσεων στην διαμόρφωση και την άσκηση της κρατικής πολιτικής, επιπλέον δε, τηρουμένων των αναλογιών, και τις έως τώρα τυχόν κρατικές ενισχύσεις τους, υπό την έννοια ότι σε αμφότερες τις περιπτώσεις θα είναι πλέον απαραίτητη η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των κρατικών οργάνων για κάθε συρρίκνωσή τους, πολύ δε περισσότερο για την κατάργησή τους». (Από το Επίμετρο του βιβλίου Σύνταγμα και Δημοκρατία στην εποχή της “παγκοσμιοποίησης”, Αθήνα-Κομοτηνή 2000)
4. Λόγω του ελλειπτικού χαρακτήρα του συνταγματικού κειμένου, μια συνταγματική ρύθμιση θα περιλαμβάνει πολλές και διαφορετικές περιπτώσεις, θα αποτελεί συνεπώς την «κανονιστική μήτρα» για διαφορετικού χαρακτήρα νομικές ρυθμίσεις σε όσα πεδία –και πιθανόν με διεσπαρμένες διατάξεις και σε διαφορετικούς νόμους- κριθεί αναγκαίο.
Τι συνεπάγεται η συμπερίληψη της Κοινωνίας Πολιτών στο συνταγματικό κείμενο;
Η απάντηση στο ερώτημα αυτό θα μας οδηγούσε και σε απάντηση του ερωτήματος τι είδους διάταξη θα προτείναμε και που θα ήταν σκοπιμότερο αυτή να τοποθετηθεί στο συνταγματικό κείμενο. Ταυτόχρονα, ωστόσο, τίθεται και το ερώτημα, αν και κατά πόσο η συνταγματική αναγνώριση-κατοχύρωση θα εγκυμονούσε και θεσμικούς κινδύνους ή έστω ρίσκα για τις ΜΚΟ.
Για να απαντήσουμε στις ερωτήσεις αυτές μπορούμε να θυμηθούμε ένα θεσμικό ανάλογο, τη συνταγματική κατοχύρωση των πολιτικών κομμάτων, η μείωση της λάμψης των οποίων μάλιστα μπορεί να συσχετιστεί και με την ενδυνάμωση των ΜΚΟ. Ακριβώς επειδή, μετά από περίοδο εχθρότητας αρχικά και ανοχής στη συνέχεια του κράτους προς τα κόμματα, συνειδητοποιήθηκε ο ρόλος τους στη δημόσια ζωή, τα πολιτικά αυτά υποκείμενα, καταρχάς αναγνωρίστηκαν και κατά δεύτερο λόγο κατοχυρώθηκαν –σε αρκετές αν και όχι όλες τις έννομες τάξεις- συνταγματικά. Το μοντέλο της ειδικής συνταγματικής κατοχύρωσης ακολούθησε και η Ελλάδα (ά. 29 Σ), ενώ σε μερικά Συντάγματα τα πολιτικά κόμματα συνεχίζουν να καλύπτονται από το γενικό θεμελιώδες δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι. Η ειδική συνταγματική αναγνώριση, σε όσα κράτη επιτεύχθηκε, συνοδεύεται τις περισσότερες φορές και από την πρόβλεψη χρηματοδότησης με υποχρέωση απολογισμού, την απαίτηση εσωκομματικής δημοκρατίας και την ανάδειξή τους σε σημαντικά και εκ των ων ουκ άνευ εργαλεία στη λειτουργία του κοινοβουλευτικού (ή έστω αντιπροσωπευτικού) συστήματος. Επιτρέπει ακόμη την έννομη ρύθμιση και άρα τον έλεγχο ως προς τις προϋποθέσεις ίδρυσης και λειτουργίας.
Αν έρθουμε τώρα στην περίπτωση των ΜΚΟ, γίνεται σαφές ότι όσον αφορά τις ΜΚΟ πρώτης γενιάς θα μπορούσε και να αρκεί το γενικό θεμελιώδες δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι (άρθρο 12 Σ). Η ανάπτυξη ωστόσο και δημοσίων πολιτικών από οργανώσεις δεύτερης, πολλώ δε μάλλον τρίτης γενιάς, μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι τόσο η ειδική θεσμική αναγνώριση όσο και η ρύθμιση των κανόνων λειτουργίας, παρά το ρίσκο ελέγχου που μπορεί να επιφέρει είναι μάλλον προτιμητέα από την αρρύθμιστη λειτουργία τους.
Ο έλεγχος των ΜΚΟ είναι ίσως ο μόνος κίνδυνος που ελλοχεύει στη συνταγματική τους αναγνώριση, ειδικά αν προβλεφθούν δυνατότητες χρηματοδότησής τους. Και αυτό γιατί είναι προφανές ότι η έννομη τάξη θέτει προϋποθέσεις, όπως η δημοκρατική λειτουργία, οι ανοικτές διαδικασίες, η εξυπηρέτηση συνταγματικών σκοπών, η διαφάνεια στη λειτουργία και στα οικονομικά προκειμένου να προχωρήσει σε παραχώρηση δημόσιας εξουσίας. Η έννοια της ρύθμισης είναι εγγενής σε οποιαδήποτε νομική πρόβλεψη, και είναι πιθανόν να δημιουργήσει ΜΚΟ διαφορετικών επιπέδων. Μόνον αν αποδεχτούμε τη συνέπεια αυτή ως το τίμημα για τη συνταγματική αναγνώριση της ΚτΠ ή αν, αντίθετα, θεωρήσουμε την ύπαρξη μηχανισμών πιστοποίησης (μητρώο, διαπίστευση, σύμβαση παραχώρησης, αξιολόγηση) ως απαραίτητα και εκ των ων ουκ άνευ στοιχεία κάθε ευνομούμενης Πολιτείας μπορούμε να αποδεχτούμε την πρόταση της συνταγματικής κατοχύρωσης.
Και κάποιες σκέψεις σχετικά με τη χωροταξία του Συντάγματος
Σε ποιο άρθρο (ή θέση) θα ήταν πειστικότερο και σκοπιμότερο να τοποθετηθεί η διάταξη αναγνώρισης της ΚτΠ; Και ποιο περίπου θα έπρεπε να είναι το περιεχόμενό της;
Σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη σχετική ιστοσελίδα www.mkosyntagma.org, που φιλοξενεί απόψεις επιφανών συνταγματολόγων (και με κάθε επιφύλαξη σχετικά με την ακρίβεια όσων δεν περιέχονται σε κατατεθειμένο κείμενο), έχουν διατυπωθεί διαφορετικές απόψεις:
- Η θέση ξεχωριστού άρθρου (Αλιβιζάτος),
- Η προσθήκη παραγράφου στο ά. 29 που συνιστά τη θεσμική εγγύηση ίδρυσης και λειτουργίας των πολιτικών κομμάτων (Τσάτσος, Ζώρας),
- Η προσθήκη ειδικής πρόβλεψης στο ά. 21 (που προβλέπει την υποχρέωση του κράτους να μεριμνά για την υγεία των πολιτών, να προστατεύει την οικογένεια, τον γάμο, τη μητρότητα την παιδική ηλικία, τη νεότητα, τα γηρατειά και την αναπηρία και να φροντίζει για την απόκτηση κατοικίας) (Τσακυράκης),
- προσθήκης στο άρθρο 12 (Σωτηρέλης).
Θεωρούμε ότι η τελευταία άποψη εμφανίζει τα περισσότερα πλεονεκτήματα για τους ακόλουθους λόγους (θετικά και αρνητικά διατυπωμένους):
- Η ΚτΠ αποτελεί συνάρθρωση των ΜΚΟ, οι οποίες ιδεοτυπικά, όχι μόνον υπάγονται αλλά και δεοντολογικά οφείλουν να παράγονται και να λειτουργούν με βάση το γενικό δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι. Η κανονιστική αυτή συνεπαγωγή στηρίζεται στην αξιολόγηση ότι η αυτονομία (ατομική και συλλογική) συνεχίζει να είναι -και έτσι πρέπει να παραμείνει- το θεμέλιο της δράσης των ΜΚΟ, ακόμη και όταν αυτές αναλαμβάνουν δημόσιες δράσεις.
- Η ΚτΠ αναπτύσσει μια αναζωογονητική για το δημοκρατικό μας πολίτευμα επίδραση στο βαθμό που δεν ταυτίζεται ούτε με την ιδιωτική κοινωνία και την αγορά αφενός, ούτε με το Κράτος και την πρόσβαση στην εξουσία αφετέρου. Παρά το γεγονός ότι και τα κόμματα αποτελούν καταρχήν και ιδεοτυπικά οργανώσεις της ΚτΠ, η βασική τους αποστολή παραμένει η κατάληψη της εξουσίας, ενώ η διάρρηξη του ομφάλιου λώρου τους με την κοινωνία καταγράφεται στα κατεξοχήν αρνητικά φαινόμενα της σύγχρονης δημοκρατίας. Η διάκριση των δύο μορφών συλλογικών υποκειμένων, κομμάτων και ΜΚΟ, στηρίζεται στο ότι τα κόμματα στοχεύουν άμεσα στην κατάληψη της εξουσίας μέσω της συμμετοχής τους στις εκλογές και στην αναντικατάστατη συνεισφορά τους στη λειτουργία της κοινοβουλευτικής αρχής. Από την άλλη, βέβαια, οι ΜΚΟ έρχονται να μοιραστούν με τα κόμματα το δημόσιο χώρο και ως συλλογικά υποκείμενα να συντελέσουν στην καλύτερη επικοινωνία μεταξύ κράτους και κοινωνίας. Η άποψη τοποθέτησης συνεπώς προσθήκης στο ά. 29 δεν είναι αβάσιμη, θεωρώ, ωστόσο, ότι η λογική του Πολιτεύματος ως αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας με στοιχεία συμμετοχικής και η διάκριση των ρόλων ΜΚΟ και πολιτικών κομμάτων σκόπιμο είναι να αποτυπωθεί και στο συνταγματικό κείμενο με την τοποθέτηση της συνταγματικής αναγνώρισης της ΚτΠ εγγύτερα στην κανονιστική μήτρα του άρθρου 12 (δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι).
- Η πρόταση του ά. 21, παρότι ανταποκρίνεται ίσως σε μια από τις αποστολές των ΜΚΟ, θα λειτουργούσε μάλλον περιοριστικά.
- Το ά. 12 Σ δίνει ήδη διαφορετικές διαστάσεις κοινωνικών οργανώσεων και θα μπορούσε να φιλοξενήσει μια ακόμη παράγραφο, όπου θα αναγνωριζόταν η συμμετοχή των ΜΚΟ στη διαβούλευση, η συναπόφαση σε μερικές περιπτώσεις και η συνεργασία στην υλοποίηση δημοσίων πολιτικών και η αρμοδιότητα του νομοθέτη να θέτει το σχετικό ρυθμιστικό πλαίσιο υπό την αναφαίρετη προϋπόθεση της εγγύησης της αυτονομίας των ΜΚΟ.
- Τέλος, σε περίπτωση υιοθέτησης της πρότασης για πρόβλεψη λαϊκής νομοθετικής πρωτοβουλίας και πρόκλησης δημοψηφίσματος με συλλογή υπογραφών, αναφορά στην ΚτΠ θα μπορούσε να γίνει και στα αντίστοιχα άρθρα που τυχόν θα προέβλεπαν αυτές τις θεσμικές καινοτομίες.
Επιλογικά
Σε κάθε περίπτωση η συνταγματική αναγνώριση της ΚτΠ ως τρίτου πόλου μεταξύ και σε συνεργασία με το Κράτος και την ιδιωτική κοινωνία, αποτελεί όχι μόνον κανονιστική, και δη στο ανώτατο επίπεδο, αναγνώριση μιας εμπειρικής πραγματικότητας που ακόμη δεν έχει βρει τη συνταγματική της αποτύπωση, αλλά και εργαλείο ώθησης προς την κατεύθυνση ανάπτυξης του τρίτου αυτού χώρου, με σκοπό το μπόλιασμα της αντιπροσωπευτικής μας δημοκρατίας με συμμετοχικά στοιχεία και την αναζωογόνηση των διαύλων επικοινωνίας αλλά και των μηχανισμών συνάρθρωσης κράτους – κοινωνίας.
Λίνα Παπαδοπούλου
Λέκτορας Συνταγματικού Δικαίου
Τμήμα Νομικής Α.Π.Θ.
